


Η τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου παρευρέθηκε στην τελετή ορκωμοσίας των σπουδαστών της 32ης εκπαιδευτικής σειράς της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, στο Κέντρο Διεθνούς Οικονομικού και Ευρωπαϊκού Δικαίου.
Ακολουθεί ο χαιρετισμός της κυρίας Σακελλαροπούλου:
«Ο Σωκράτης συμβούλευε τους δικαστές να ακούν ευγενικά, να απαντούν με σοφία, να αναλύουν με νηφαλιότητα και να αποφασίζουν με αμεροληψία. Αυτές οι δικαστικές αρετές αποτελούν επιμέρους όψεις του καθήκοντος επιμελείας, η οποία συνίσταται ιδίως στην εκτέλεση των δικαστικών καθηκόντων με επαγγελματική επάρκεια, φροντίδα και προσοχή και πάντα μέσα σε εύλογο χρόνο.
Το δίκαιο δεν αποτελεί ένα απλό αντικείμενο γνώσης, δεν κείται έξω από μας. Είναι ένα διαρκές βίωμα, που διδάσκει μέθοδο και τρόπο σκέψης και που μετατρέπεται σε συμπεριφορά και αντίληψη, σε μια συγκεκριμένη θέαση του κόσμου. Στα σαράντα σχεδόν χρόνια που υπηρέτησα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η νομική θεωρία και η πράξη ήταν πάντα άρρηκτα συνδεδεμένες. Στον δικανικό συλλογισμό, στη μείζονα και την ελάσσονα πρόταση, το δίκαιο γεννιέται και προκύπτει εν συνόλω, ενώ η αιτιολογία και το διατακτικό αποτυπώνουν τη σχέση της πραγματικότητας με τον κανόνα. Με λέξεις και έννοιες που έχουν όλες σημασία· καμία δεν πρέπει να είναι περιττή, αλλά και καμία απαραίτητη δεν πρέπει να λείπει. Ο δικαστής δεν έχει την πολυτέλεια να χαθεί στους μαιάνδρους της θεωρίας, ούτε μπορεί να επιδοθεί σε έναν άκρατο εμπειρισμό, δίχως συνοχή, αρχές και κανόνες. Η δικαιοσύνη δεν είναι μια αφηρημένη διαδικασία, ούτε ο δικαστικός λειτουργός συνιστά, όπως πίστευε ο Μοντεσκιέ, έναν αυτόματο μηχανισμό επιβολής του δικαίου, “το απλό στόμα του νόμου”. Απέναντι στον διάδικο δεν υπάρχει μόνον η νομική αλήθεια, αλλά και ο σεβασμός στην ελπίδα και την αγωνία του, στο αίτημά του για μια δίκαιη και αμερόληπτη κρίση. Ο δικαστής ασκείται σε μια κρίσιμη διαλεκτική ανάμεσα στο δέον και το είναι, την προσωπική του πεποίθηση και τη δικαιική ορθότητα, οφείλοντας να παραμείνει απρόσβλητος από εξωτερικές και εσωτερικές πιέσεις και δεσμεύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, στο οποίο δοκιμάζεται καθημερινά, τίποτα δεν είναι απολύτως δεδομένο, αλλά και τίποτα δεν είναι, ταυτόχρονα, απολύτως δυνατό: ο δικαστής αναμετράται με το θετικό δίκαιο και την ερμηνεία του, τη νομολογία και τις δικές του προσωπικές απόψεις. Στις αποσκευές του φρόνιμου δικαστή συνυπάρχουν ο ιδεαλισμός με τον πραγματισμό, η αποστασιοποίηση και η ενσυναίσθηση. Η νομολογία τοποθετείται στη συγκυρία, αλλά και την υπερβαίνει. Ο χρόνος της δεν είναι ποτέ αυστηρά ενεστώς, αλλά περικλείει τη σχέση με το παρελθόν, τις προηγούμενες κρίσεις, όπως και τους δρόμους που ανοίγει για το μέλλον. Ο δικαστικός εαυτός είναι μια ενότητα μεθόδου και νομικής αντίληψης, ένας πυρήνας ερμηνείας του δικαίου που, παρά τις νομολογιακές μεταβολές και τις αποκλίσεις, τις πλειοψηφίες και τις μειοψηφίες, παραμένει ισχυρός και συνεκτικός για όποιον επιχειρεί να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων που απαιτεί η απονομή της δικαιοσύνης.
Η δικαστική απόφαση δεν προκύπτει εκ του μηδενός, ούτε είναι, στα πολυμελή δικαστήρια, προϊόν μόνο της ατομικής βούλησης. Η συμμετοχή στη συζήτηση στο ακροατήριο και στη διάσκεψη που ακολουθεί είναι μια μοναδική εμπειρία διαβούλευσης και επιχειρηματολογίας, που διαπλάθει τη συνείδηση του δικαστή. Διαμορφώνει μια κουλτούρα πειθούς και συναίνεσης, ένα ήθος διαλογικό για όσους είναι έτοιμοι να το υποδεχθούν· την ίδια, όμως, στιγμή η συλλογικότητα αυτή επιδρά ακόμη και στους πιο άκαμπτους, διαφορετικά τους περιθωριοποιεί. Η συνεχής αυτή διαδικασία διαπαιδαγώγησης του δικαστή και η επίπονη εκμάθηση της ακρόασης του άλλου, όσο διαφορετικές κι αν φαίνονται οι απόψεις του, επηρεάζει και τη νομική του μέθοδο. Η δημοκρατική διάσταση στην ίδια την προετοιμασία και τη λήψη της δικαστικής απόφασης αποτελεί, ίσως, την πιο ισχυρή εγγύηση απέναντι στον δογματισμό και τον αποκλεισμό της διαφορετικής άποψης.
Η μειοψηφία δεν είναι σε πόλεμο με την πλειοψηφία, δεν την ανταγωνίζεται και κυρίως δεν υποκύπτει στον πειρασμό να την καταγγείλει. Όπως έγραψε ο αείμνηστος καθηγητής Σταύρος Τσακυράκης, “Οι δικαστικές αποφάσεις δεν διαμορφώνονται από τη μειοψηφία. Όταν όμως οι μειοψηφίες έχουν ηθικό κύρος, διαμορφώνουν συνειδήσεις”. Για την Ruth Bader Ginsburg, μια από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ και του αγώνα για την ισότητα των φύλων, η μειοψηφία απευθύνεται στις επόμενες γενιές και αποσκοπεί στο να επηρεάσει τη συνείδηση των δικαστών που θα ακολουθήσουν.
Η δικαιοσύνη είναι όψη της κρατικής εξουσίας, ταυτόχρονα όμως εγγυάται την προστασία των πολιτών από τις υπόλοιπες εξουσίες. Σύμφωνα με τα λόγια του αείμνηστου Προέδρου του Αρείου Πάγου Στέφανου Ματθία, “Ο δικαστής είναι μέλος της κοινωνίας, αλλά οφείλει να είναι και τρίτος. Δεν πράττει αλλά κρίνει. Κρίνοντας όμως πράττει”.
Η δικαστική ανεξαρτησία δεν είναι προνόμιο των δικαστών, αλλά ο θεμελιώδης λίθος κάθε κράτους δικαίου, η εγγύηση των ατομικών ελευθεριών των πολιτών. Η νομιμοποίηση του δικαστή από το ίδιο το Σύνταγμα ενισχύεται από την εμπιστοσύνη που αυτός εμπνέει στους πολίτες. Η δικαστική αμεροληψία αποτελεί απόλυτο καθήκον για τον δικαστή, προορισμένο να εκπληρώσει τη θεμελιώδη αρχή της ισότητας των πολιτών ενώπιον του νόμου. Προϋποθέτει την απουσία προκαταλήψεων· οι προσωπικές πεποιθήσεις -πολιτικές, θρησκευτικές, κοινωνικές- δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υπερισχύουν από τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων. Η δημοκρατική νομιμοποίηση του δικαστή συντελείται καθημερινά απέναντι στην κοινωνία και πραγματώνεται μέσα από τη δημοσιότητα των συνεδριάσεων και την αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων.
Ένα σημαντικό ζήτημα στην εποχή μας είναι η δημόσια έκφραση γνώμης του δικαστή. Η ελευθερία της έκφρασης που κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα περιορίζεται ειδικά για τους δικαστές με την απόλυτη απαγόρευση εκδηλώσεων υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων. Ήδη η διάταξη αυτή δίνει το μήνυμα ότι ο δικαστής, ακριβώς λόγω της ιδιαίτερης σπουδαιότητας του ρόλου του για τη δημοκρατία και την κοινωνία, έχει περιορισμούς που δεν ισχύουν για τους υπόλοιπους πολίτες.
Εκτός όμως από τη συνταγματική αυτή απαγόρευση, ο λόγος του δικαστή, όταν διατυπώνεται δημόσια, είτε με αρθρογραφία σε επιστημονικά περιοδικά ή τον ημερήσιο τύπο, είτε με συμμετοχή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο την εικόνα της αμερόληπτης δικαιοσύνης. Βασικός οδηγός για την οριοθέτηση της ελευθερίας του λόγου και της συμπεριφοράς του, είναι το μέτρο και η αυτοσυγκράτηση. Αυτό είναι ένα από τα βάρη που καλείται να σηκώσει ένας δικαστής. Σε μια κοινωνία, όπου η ελευθερία της έκφρασης είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, ο ίδιος πρέπει να αυτοσυγκρατείται, να ανέχεται την κριτική, ακόμη και την οξύτερη δυνατή και να διατηρεί τη νηφαλιότητά του. Η κριτική είναι απολύτως αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, ακόμη και αν είναι οξεία και άδικη· και οι δικαστές είναι υποχρεωμένοι να την ανέχονται, αφού αυτή τους δίνει την ευκαιρία για αναστοχασμό και βελτίωση του έργου τους.
Πολύς λόγος γίνεται για τη σχέση του κράτους δικαίου με το κοινό περί δικαίου αίσθημα, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν από τον δικαστή, ώστε να μη δημιουργείται χάσμα ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την κοινωνική πραγματικότητα. Από πού όμως προκύπτει αυτό; Πώς διαπιστώνεται; Από τον ημερήσιο τύπο, τις τηλεοπτικές εκπομπές ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου εκδηλώνεται ένα μικρό, συχνά τοξικό και προβληματικό κομμάτι της κοινωνίας; Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο και δύσκολο θέμα, και επομένως η αντιμετώπισή του δεν υπακούει σε δογματικούς κανόνες αλλά απαιτεί μεγάλη προσοχή και νηφαλιότητα· σε μια δημοκρατική πολιτεία οι δίκες διεξάγονται μόνο στις δικαστικές αίθουσες, με όλες τις εγγυήσεις απονομής της δικαιοσύνης και τις διαδικασίες που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τους νόμους.
Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα, αυτό της έγκαιρης απονομής της δικαιοσύνης· όταν αυτή δεν απονέμεται σε εύλογο χρόνο, όσο πλήρης και αν είναι η δικαστική απόφαση, παύει να είναι αποτελεσματική και η εμπιστοσύνη των πολιτών στον θεσμό κλονίζεται ανεπανόρθωτα.
Με τους προβληματισμούς αυτούς, που θα σας απασχολήσουν στην επαγγελματική και προσωπική σας πορεία, και στους οποίους ο καθένας σας θα δώσει την προσωπική του απάντηση και το δικό του στίγμα, εύχομαι σε όλους σας κουράγιο, σθένος, υπομονή και αποφασιστικότητα».
