Στην παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Κ. Ιωακειμίδη «Πέρα από τα Στερεότυπα- Νέα Προοδευτική Εξωτερική και Ευρωπαϊκή Πολιτική»

Η τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου συμμετείχε στην παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Κ. Ιωακειμίδη «Πέρα από τα Στερεότυπα- Νέα Προοδευτική Εξωτερική και Ευρωπαϊκή Πολιτική», η οποία διοργανώθηκε από τις εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ, στην ΕΣΗΕΑ.

Στη συζήτηση, την οποία συντόνισε η δημοσιογράφος Νίκη Λυμπεράκη, πήραν επίσης μέρος, εκτός από τον συγγραφέα, η Μαρία Δαμανάκη, σύμβουλος για το Κλίμα και τη Θαλάσσια Πολιτική, πρώην Επίτροπος της ΕΕ, και η Άννα Διαμαντοπούλου, Πρόεδρος του ΔΙΚΤΥΟΥ για την Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, πρώην Επίτροπος της ΕΕ και πρώην Υπουργός.

Ακολουθεί η παρέμβαση της κυρίας Σακελλαροπούλου:

Το βιβλίο του Παναγιώτη Ιωακειμίδη που παρουσιάζουμε σήμερα αποτελεί μια συνολική παρέμβαση για τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα και η Ευρώπη μπορούν να αντιμετωπίσουν τις σύγχρονες γεωπολιτικές προκλήσεις. Με έμφαση στις αξίες, το διεθνές δίκαιο, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την ειρηνική επίλυση διαφορών, ο συγγραφέας επιχειρεί να διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο προοδευτικής εξωτερικής πολιτικής, πέρα από τα παραδοσιακά σύνδρομα και στερεότυπα.

«Η Ένωση θα οικοδομηθεί μέσα από κρίσεις και θα είναι το άθροισμα των λύσεων που θα δοθούν στις κρίσεις αυτές»(Jean Monnet)

Το σημαντικότερο και πιο επιδραστικό επίτευγμα της χώρας μας στη Μεταπολίτευση υπήρξε η ένταξη στη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση και αργότερα στην Ευρωζώνη. Η συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτέλεσε ορόσημο για την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας και καθόρισε όσο κανένα άλλο γεγονός την καθημερινή ζωή των Ελλήνων, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και την εμπέδωση του αλληλένδετου χαρακτήρα της ευρωπαϊκής και της ελληνικής ταυτότητας.

Η ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας συνιστά αλλαγή παραδείγματος στη σύγχρονη ιστορία μας, εδραιώνοντας τον πολιτικό, κοινωνικό και αξιακό μας προσανατολισμό. Η Ευρώπη δεν νοείται χωρίς την Ελλάδα και η Ελλάδα αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της, όχι μόνο ιστορικά αλλά και ενεργά, ως ισότιμος εταίρος και πυλώνας σταθερότητας στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο.

Στον μισό αιώνα της Μεταπολίτευσης, η χώρα σφυρηλάτησε με συνέπεια τις συμμαχίες της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο ΝΑΤΟ, στον ΟΗΕ και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς. Έχει εκλεγεί τρεις φορές μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και συμμετείχε στις σημαντικότερες διεθνείς συμβάσεις, όπως η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) και τα σύμφωνα για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κορυφαία στιγμή για τα εθνικά συμφέροντα υπήρξε η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, η συνθήκη προσχώρησης της οποίας είχε υπογραφεί το 2003, κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας.

Η Ελλάδα επιδίωξε διαχρονικά σχέσεις καλής γειτονίας με όλες τις χώρες της περιοχής. Παρά τις κρίσεις και τις αλλεπάλληλες προκλήσεις εκ μέρους της Τουρκίας, επέδειξε σταθερή προσήλωση στον διάλογο ως μέσο ειρηνικής επίλυσης των διαφορών και οικοδόμησης ενός μέλλοντος ειρήνης και ευημερίας για τους δύο λαούς. Η διεθνής νομιμότητα και οι θεσμοί της διεθνούς δικαιοταξίας δεν αποτελούν καταφύγιο αδυναμίας, αλλά επιλογή ώριμων δημοκρατιών για την ειρηνική διευθέτηση διαφορών.

Ταυτόχρονα, η χώρα ουδέποτε αποδέχθηκε αναθεωρητικά δόγματα, απειλές χρήσης βίας ή παράνομα τετελεσμένα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η εθνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα δεν τίθενται υπό διαπραγμάτευση.

Αντίστοιχη είναι και η θέση μας στο ανοιχτό θέμα της Κύπρου, η επίλυση του οποίου πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ και την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου.

Μέχρι την ένταξη στην ΕΟΚ, η ελληνική εξωτερική πολιτική επικεντρωνόταν κυρίως στα λεγόμενα «εθνικά θέματα». Με την ευρωπαϊκή ένταξη, όμως, εξευρωπαΐστηκε τόσο ως προς τους στόχους όσο και ως προς τα μέσα άσκησής της. Έτσι λύθηκε θεσμικά και πολιτικά το ζήτημα του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας: η Ελλάδα ανήκει πλέον αδιαμφισβήτητα στην Ευρώπη και τη Δύση, ενώ παράλληλα η χώρα δρα ως περιφερειακή δύναμη, συνάπτοντας συμμαχίες και συμφωνίες με γειτονικές χώρες και κράτη της Ανατολικής Μεσογείου.

Ο συγγραφέας ενσωματώνει στο βιβλίο του ένα αδημοσίευτο κείμενο του Κώστα Σημίτη για την εξωτερική πολιτική, στο οποίο ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρεται στην ανάγκη απαλλαγής από στερεότυπα και καταλήγει στη διαπίστωση ότι «οι κρίσεις λειτουργούν και παιδευτικά».

Σε σχέση με την Τουρκία, η θέση της χώρας μας είναι απολύτως σαφής: η μόνη διαφορά που υφίσταται μεταξύ των δύο χωρών είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ), διαφορά την οποία η Ελλάδα επιδιώκει να επιλύσει σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες δικαίου και, ειδικότερα, το δίκαιο της θάλασσας.

Η Τουρκία θέτει και διάφορα άλλα θέματα, μεταξύ των οποίων το εύρος των χωρικών υδάτων, αμφισβητώντας, με απειλή πολέμου (casus belli), το νόμιμο και κυριαρχικό δικαίωμα της χώρας μας να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια, όπως έχει πράξει το σύνολο σχεδόν των παράκτιων κρατών της διεθνούς κοινότητας, μεταξύ των οποίων και η ίδια.

Αντίθετα με την επίσημη ελληνική θέση, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η επέκταση των χωρικών μας υδάτων δεν μπορεί να γίνει με μονομερή απόφαση, αλλά με διαπραγμάτευση ή απόφαση της διεθνούς δικαιοσύνης. Στο θέμα, όμως, αυτό, τονίζει ότι η Τουρκία «έχει πλήρως άδικο σύμφωνα με τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας να μη δέχεται καμία απολύτως επέκταση χωρικών υδάτων», ενώ, από την πλευρά της, η Ελλάδα δεν μπορεί «να επιδιώκει επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια, καθώς στην περίπτωση αυτή θα απέκλειε, μεταξύ άλλων, την ελεύθερη πρόσβαση της Τουρκίας στη διεθνή θάλασσα και θα προκαλούσε δυσχέρειες στη διεθνή ναυσιπλοΐα με τη συρρίκνωση των διεθνών υδάτων. Θα μετέτρεπε έτσιde facto το Αιγαίο σε “ελληνική λίμνη”, ενώ “δεν θέλουμε κάτι τέτοιο”, όπως έλεγε ο Κ. Καραμανλής».

Στο ίδιο θέμα ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, τις απόψεις του οποίου παραθέτει ο συγγραφέας, πίστευε ότι μια ρεαλιστική λύση θα ήταν η επιλεκτική επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια σε ορισμένες μόνο περιοχές.

Όπως αναφέρει ο καθηγητής Χρήστος Ροζάκης, η κυβέρνηση Σημίτη είχε φθάσει σε προχωρημένο σημείο κοινά αποδεκτής λύσης το 2003 για το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Αιγαίο και την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Η κινητικότητα αυτή είχε προκληθεί από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το 1999, που είχε εξαρτήσει την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ από την προηγούμενη επίλυση των διαφορών με τους γείτονές της. Στη συνέχεια, όμως, η προσπάθεια αυτή εγκαταλείφθηκε.

Παρά τις συνεχείς επικλήσεις του σεβασμού στο διεθνές δίκαιο, γενική είναι η διαπίστωση ότι ειδικά στις διεθνείς διαφορές ο ορθός λόγος δεν επικρατεί πάντα ούτε στην κοινή γνώμη ούτε στα μέσα ενημέρωσης. Καλλιεργούνται, ακόμη και από μερίδα της πολιτικής τάξης, ανέφικτες προσδοκίες, που δεν βρίσκουν έρεισμα στη διεθνή νομιμότητα και στη νομολογία των διεθνών δικαστηρίων. Η χώρα πλήρωσε ακριβά τον ανεύθυνο υπερπατριωτισμό, κάθε φορά που εκδηλώθηκε.

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά και πολυδιάστατη «πολυκρίση». Η δημοκρατία δοκιμάζεται, οι διεθνείς ισορροπίες μεταβάλλονται, οι βεβαιότητες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε ο μεταπολεμικός κόσμος αμφισβητούνται. Στις εξελίξεις αυτές προστίθενται η κλιματική κρίση, οι μεταναστευτικές πιέσεις και οι κίνδυνοι από την ανεξέλεγκτη τεχνολογική ανάπτυξη. Η πολιτική της ισχύος επιστρέφει, οι παλιές συμμαχίες δοκιμάζονται, ενώ διαμορφώνονται νέες. Τα όρια των σφαιρών επιρροής επανασχεδιάζονται και μεσαίες δυνάμεις διεκδικούν δυναμικά ρόλο στη διανομή της παγκόσμιας ισχύος.

Το διεθνές αυτό περιβάλλον καθιστά ακόμη πιο αναγκαία τη γεωπολιτική χειραφέτηση της Ευρώπης και την ανάγκη για ενότητα, αυτονομία και ισχύ, ώστε η ίδια να είναι σε θέση να υπερασπίζεται αποτελεσματικά τις αξίες και τα συμφέροντά της. Αξίες και συμφέροντα που συναρτώνται με οικουμενικές επιδιώξεις: ένα αποτελεσματικό σύστημα για την προστασία των διεθνών συναλλαγών, ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου, του απαραβίαστου των συνόρων και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και των πανδημιών, οι διεθνείς συμφωνίες για το κλίμα, όπου η Ευρώπη βρίσκεται στην πρωτοπορία.

Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε ο Καναδός πρωθυπουργός Mark Carney στο φετινό Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, «η νοσταλγία δεν είναι στρατηγική» και κάλεσε τις μεσαίες χώρες να συνάψουν συμμαχίες, διότι αυτές, «αν δεν είναι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, θα είναι στο μενού».

Η βαρβαρότητα του πολέμου στη γειτονιά μας, η βία και ανελευθερία που τόσα μέρη του πλανήτη μας βιώνουν, μας υπενθυμίζουν το προφανές: ότι η Ευρώπη στον κόσμο και η Ελλάδα στην ευρύτερη περιοχή της παραμένει μια ειρηνική όαση δημοκρατίας, δικαιωμάτων και κράτους δικαίου, μια δυναμική ανοιχτή κοινωνία. Αυτή είναι η σύγχρονη ευρωπαϊκή μας ταυτότητα που εκφράζει τους αιώνες του κοινού μας πολιτισμού, την Ευρώπη που υπερασπιζόμαστε.

Η προοδευτική εξωτερική πολιτική της χώρας, την οποία προτείνει ο συγγραφέας, οφείλει να παραμείνει πολιτική αρχών και αξιών, προωθώντας τα εθνικά συμφέροντα με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και με προτεραιότητα στη διπλωματία.

Η διαχείριση της παγκόσμιας αστάθειας και αβεβαιότητας με τρόπο που να διασφαλίζει τη διεθνή της θέση ως χώρας ανοιχτών οριζόντων, η σύναψη συμμαχιών που ενισχύουν τον ρόλο της στη Μεσόγειο και η υποβοήθηση της ενσωμάτωσης των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ, συνιστούν τις βασικές προκλήσεις μιας προοδευτικής εξωτερικής πολιτικής για τη χώρα μας· με πίστη στη διεθνή νομιμότητα και στον διάλογο, αλλά και χωρίς υποχωρήσεις σε ζητήματα κυριαρχίας· μια πολιτική πέρα από τα στερεότυπα.

Ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης έχει μακρά, δόκιμη διαδρομή στον ακαδημαϊκό χώρο και στο Υπουργείο Εξωτερικών, με πλούσια συμμετοχή στις διεργασίες που κατέληξαν στη σημερινή μορφή της ΕΕ. Σημαντικό είναι και το συγγραφικό του έργο, πολύτιμο εργαλείο για κάθε μελετητή της πορείας της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Μια ακόμη συμβολή στην πολύχρονη αυτή συμμετοχή του στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι αποτελεί το νέο του βιβλίο. Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.

Secret Link