






Η τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου συμμετείχε στη δράση «Ιστορίες που εμπνέουν. Διαμορφώνοντας τη νέα γενιά γυναικών Αστυνομικών», που διοργάνωσαν το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, στη σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας. Στην εκδήλωση έλαβε επίσης μέρος ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης.
Ακολουθεί η ομιλία της κυρίας Σακελλαροπούλου:
«Στην Οδύσσεια του Ομήρου, πριν από σχεδόν 3000 χρόνια, βρίσκουμε παραδείγματα αμφισβήτησης της δημόσιας παρουσίας των γυναικών, όταν ο Τηλέμαχος ζητάει από τη μητέρα του, Πηνελόπη, να αποσυρθεί στην κάμαρά της και να κοιτάει τις δουλειές της, τον αργαλειό και τη ρόκα, γιατί αυτός κυβερνάει το σπίτι.
Η αντίληψη αυτή για τη θέση των γυναικών στην κοινωνία διατηρήθηκε για αιώνες και οι κρίσιμες αλλαγές είναι σχετικά πρόσφατες.
Στην Ιταλία, νόμος του 1919 επέτρεπε στις γυναίκες, για λόγους ισότητας, να ασκούν όλα τα επαγγέλματα και να καταλαμβάνουν θέσεις στον δημόσιο τομέα, εκτός από όσα συνδέονται με τα καθήκοντα του δικαστή, του πολιτικού και την άμυνα του κράτους. Το 1947, σε συζήτηση στη Βουλή διατυπώθηκαν απόψεις “η γυναίκα πρέπει να μένει βασίλισσα του σπιτιού, όσο απομακρύνεται από την οικογένεια τόσο αυτή διαλύεται…”.
Για δεκαετίες ο λόγος των γυναικών χαρακτηριζόταν συναισθηματικός και ενίοτε υστερικός, ενώ θεωρείτο ότι τους ταιριάζουν τα επαγγέλματα όπως της δακτυλογράφου, της νοσοκόμας και γενικά όσα συνδέονται με φροντίδα.
Το επάγγελμα του δικαστή για αιώνες ασκούνταν αποκλειστικά από άνδρες. Μέχρι τη δεκαετία του 1950, στη χώρα μας κυριαρχούσε η αντίληψη ότι οι γυναίκες δεν ήταν ικανές για το έργο του δικαστή. Στη συνέχεια κατέκτησαν τα δικαστικά επαγγέλματα και πλέον αποτελούν την πλειοψηφία του δικαστικού σώματος, ειδικά στους κατώτερους βαθμούς.
Σε αντίθεση με αυτό που θα περίμενε κανείς, η άφιξη των γυναικών δεν έφερε επανάσταση στις συνήθειες που επικρατούσαν. Εισερχόμενες στη Δικαιοσύνη οι γυναίκες προσαρμόζονται στην υφιστάμενη επαγγελματική κουλτούρα, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, έντονους ρυθμούς καθημερινής απασχόλησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την προσωπική τους ζωή. Πρόκειται για συμπεριφορές που υιοθετούνται από τις γυναίκες, με αποτέλεσμα αυτές να αυτοπεριορίζονται, προκειμένου να ανταποκριθούν στα νέα, αυξημένα τους καθήκοντα.
Η Ruth Bader Ginsburg, κορυφαία Αμερικανίδα δικαστής στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, υποστήριζε ότι η πραγματική ισότητα θα επέλθει όταν και τα δυο φύλα μοιραστούν εξίσου την ανατροφή της επόμενης γενιάς και τις ευθύνες του σπιτιού. Φλογερή φεμινίστρια, όπως η ίδια δήλωνε, φοίτησε στη νομική σχολή του Harvardπου δέχθηκε για πρώτη φορά γυναίκες το 1950 και ήταν μία από τις εννέα γυναίκες σε μια χρονιά με 500 φοιτητές. Όπως έχει πει, “ένιωθες ότι όλα τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω σου. Κάθε φορά που απαντούσες σε μια ερώτηση, απαντούσες εκ μέρους όλου του γυναικείου φύλου”. Σε μια παρατήρηση του κοσμήτορα της σχολής γιατί κατέλαβε μια θέση που μπορούσε να έχει δοθεί σε έναν άνδρα, απάντησε: “ο άνδρας μου φοιτά στο δεύτερο έτος και ήρθα για να μάθω καλύτερα τη δουλειά του, ώστε να είμαι μια πιο υπομονετική και με κατανόηση σύζυγος”. Την εποχή εκείνη μια γυναίκα είχε τη δυνατότητα να φοιτήσει στη νομική σχολή, αλλά καλό θα ήταν να μη δηλώνει ανοιχτά τις φιλοδοξίες της για το μέλλον.
Οι απόψεις της για την ισότητα των φύλων έχουν μείνει παροιμιώδεις. Βασική της αρχή ήταν ότι τόσο οι γυναίκες, όσο και οι άνδρες, έχουν ένα βασικό ρόλο, να είναι άνθρωποι, ενώ υποστήριξε ότι η παρουσία των γυναικών στην έδρα οδήγησε τα δικαστήρια στο να εκτιμήσουν πιο έγκαιρα ότι η σεξουαλική παρενόχληση εμπίπτει στο κεφάλαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Στο ανώτατο αυτό δικαστήριο, το οποίο έχει εννέα θέσεις, οι τέσσερις καταλαμβάνονται σήμερα από γυναίκες, ένα ιδιαίτερα θετικό γεγονός, αν αναλογισθεί κανείς ότι το δικαστήριο ιδρύθηκε το 1789 και δέχθηκε την πρώτη γυναίκα δικαστή μόλις το 1981.
Στη χώρα μας, το 1929 που ιδρύθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας, η Αγνή Ρουσοπούλου αποκλείστηκε λόγω φύλου από τον πρώτο διαγωνισμό για την κατάληψη θέσεων εισηγητών και άσκησε αίτηση ακυρώσεως. Το Δικαστήριο όμως δεν την δικαίωσε, με την αιτιολογία ότι από το σύνολο των διατάξεων που ίσχυαν τότε προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται ο διορισμός γυναικών ως εισηγητών.
Οι καιροί όμως άλλαξαν. Οι Ελληνίδες απέκτησαν δικαίωμα ψήφου το 1952 και το 1953 εξελέγη η Ελένη Σκούρα πρώτη γυναίκα βουλευτής. Στη δικαιοσύνη εξάλλου, το 1958 διορίσθηκε η Πηνελόπη Αθανασοπούλου στο ΣτΕ και την επόμενη χρονιά διορίσθηκε η Άννα Αθανασιάδου στα πολιτικά δικαστήρια. Το 1982 ήμουν η δέκατη γυναίκα που διορίστηκε εισηγήτρια· στη σειρά μου ήμασταν για πρώτη φορά, τρεις γυναίκες και τρεις άνδρες. Το 2018, 89 χρόνια μετά την ίδρυση του δικαστηρίου, έγινα η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος, ενώ σήμερα το 70% των δικαστών του είναι γυναίκες, οι οποίες κατέχουν και τις μισές από τις δέκα θέσεις αντιπροέδρων.
Το 2020 εκλέχτηκα Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αντίθετα από τη θέση του Προέδρου του Δικαστηρίου, που υπήρξε μια φυσική εξέλιξη στη σταδιοδρομία μου, η πρόταση για την Προεδρία της Δημοκρατίας με αιφνιδίασε. Δεν ήμουν προετοιμασμένη και αυτό ήταν ένα τιμητικό βάρος, δύσκολο στη διαχείριση. Είχε όμως ένα σημαντικό κοινό σημείο με τη δικαστική μου ιδιότητα: Ήμουν και παρέμεινα κρατική λειτουργός, ταγμένη να υπηρετώ το κοινό συμφέρον, το ύψιστο καθήκον σε μια Δημοκρατία.
Στη διάρκεια της θητείας μου, συνειδητοποίησα ότι η εμπειρία μου από τη δικαστική διαδρομή και το έργο του δικαστή, που χαρακτηρίζεται από τη στενή συνεργασία και την ομαδική δουλειά στις διασκέψεις, την ανάγκη να ακούει όλες τις πλευρές σε κάθε υπόθεση, την αμεροληψία στη γνώμη του και, πάνω από όλα, τον σεβασμό στη νομιμότητα, ήταν πολύτιμα εφόδια για τα νέα μου καθήκοντα.
Στην ιστορία του τόπου μας, όπως και του κόσμου, φυσικά και υπήρξαν σημαντικές γυναίκες∙ σε ηγετικές όμως θέσεις δεν τις συναντούμε τόσο συχνά.
Όπως σας είπα, υπήρξα η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Όταν ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε την πρότασή του, δήλωσα ότι στο πρόσωπό μου τιμάται η σύγχρονη Ελληνίδα. Κάτι που στη συνέχεια αντιλήφθηκα πολύ έντονα μέσα από την επαφή μου με τις γυναίκες στα ταξίδια μου, ιδιαίτερα στην επαρχία. Στα πρόσωπα νέων κοριτσιών και γυναικών έβλεπα θαυμασμό, εκτίμηση, αλλά και ελπίδα, όνειρο. Έλεγα πάντα ότι ευχή μου είναι τα κορίτσια να μπορούν να φτάνουν όπου ονειρεύονται. Αυτό που με συγκίνησε όμως βαθιά ήταν οι γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας. Οι μανάδες της δικής μου γενιάς ήταν εκείνες που άρχισαν να εργάζονται και να διεκδικούν ισότιμο ρόλο· οι αμέσως προηγούμενες είχαν προσφέρει πάρα πολλά, σε παραδοσιακούς ρόλους. Γυναίκες μου έλεγαν, συγκινημένες: «Κορίτσι μου, σε καμαρώνουμε στην τηλεόραση». Έβλεπαν ότι «μία από εμάς» έφτασε εκεί. Κι εγώ αισθανόμουν ότι ασκούσα τα καθήκοντά μου για όλες, όσες προηγήθηκαν και όσες θα ακολουθούσαν.
Η σημερινή εκδήλωση, αφιερωμένη σε σας, τις γυναίκες της Ελληνικής Αστυνομίας, έχει ιδιαίτερο συμβολισμό. Το αστυνομικό έργο υπήρξε για πολλά χρόνια ένας ιστορικά ανδροκρατούμενος χώρος. Σήμερα υπηρετούν το σώμα της ΕΛΑΣ χιλιάδες γυναίκες, οι οποίες αποτελούν σημαντικό μέρος του προσωπικού και συμμετέχουν σε ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών και ειδικοτήτων. Η παρουσία σας αποδεικνύει ότι η συμμετοχή των γυναικών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας των θεσμών της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Η συμβολή σας αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο, καθώς συνεισφέρετε τόσο στην επιχειρησιακή δράση όσο και σε επιστημονικούς και εξειδικευμένους τομείς της αστυνομικής αποστολής. Καθημερινά αποδεικνύετε ότι διαθέτετε την ίδια επαγγελματική επάρκεια και επιχειρησιακή ικανότητα με τους άνδρες συναδέλφους σας. Ταυτόχρονα, η παρουσία σας εμπλουτίζει την αίσθηση της ασφάλειας των πολιτών, καθώς εμπεριέχει στοιχεία όπως η ενσυναίσθηση, το πνεύμα συνεργασίας, η ικανότητα αντίληψης των λεπτών αποχρώσεων του προβλήματος, η κοινωνική ευαισθησία. Με αίσθημα ευθύνης και αυταπάρνηση συμβάλλετε στην προστασία της κοινωνίας και ενισχύετε την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς. Τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά του φύλου μας είναι μια χρυσή ευκαιρία για να εκπληρώσει η ελληνική αστυνομία το καθήκον της με καλύτερο τρόπο: να έρθει πιο κοντά στον πολίτη τον οποίο είναι ταγμένη να υπηρετεί, στους δύσκολους και απαιτητικούς καιρούς μας.
Η προστασία των πολιτών, και ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων, αποτελεί θεμελιώδη αποστολή της Πολιτείας. Σε αυτό το πλαίσιο, η αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας αναδεικνύεται ως μία από τις σημαντικές προκλήσεις της εποχής μας. Εκεί απαιτείται υπεύθυνη και ουσιαστική ανταπόκριση: προστασία και σεβασμός του θύματος, ώστε να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο και να μπορέσει να εκφραστεί χωρίς φόβο για το πρόβλημά του, και στη συνέχεια σύλληψη και παραπομπή του ενδεχόμενου δράστη στη δικαιοσύνη, τη μόνη αρμόδια να κρίνει τελικά την υπόθεση.
Η άσκηση εξουσίας είναι πάνω από όλα ευθύνη. Η Ιστορία εξελίσσεται και οι γυναίκες πλέον κάνουν καριέρα και κρίνονται σε επίπεδο όχι φύλου αλλά προσωπικότητας και ικανοτήτων. Και έχουν αποδείξει ότι μπορούν να τα καταφέρουν, γι’ αυτό και βλέπουμε όλο και περισσότερες γυναίκες σε σημαντικές θέσεις· γυναίκες που καλούνται να αποδείξουν στην κοινωνία ότι διακρίνονται με την προσωπική τους αξία και ότι τίποτε δεν τους έχει χαριστεί.
Συχνά, πρέπει να προσπαθήσουν περισσότερο, κι αυτό είναι το μεγάλο τους στοίχημα. Έχω αντιληφθεί ότι το λάθος συγχωρείται πιο δύσκολα στις γυναίκες, ενώ οι άνδρες κάποιες φορές μπορούν πιο εύκολα να περάσουν τον πήχη. Οι γυναίκες όμως πρέπει πάντα να είναι δυνατές. Κι αυτό είναι μια μεγάλη πρόκληση, ειδικά σε θέσεις ισχύος, οπότε και η κριτική είναι πιο έντονη.
Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν γίνει σημαντικά βήματα, οι διακρίσεις όμως δεν έχουν εκλείψει κι απομένουν να γίνουν ακόμη πολλά. Προσωπικά, είχα την τύχη να μην υποστώ διακρίσεις στον επαγγελματικό μου χώρο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν γνωρίζω πως αυτές υπάρχουν. Οι γυναίκες έχουν κάνει μεγάλα βήματα και το μήνυμα στα νέα κορίτσια είναι να αισθάνονται ασφαλείς, να έχουν την πεποίθηση ότι μπορούν με την αξία τους να διεκδικήσουν τα όνειρά τους και να φτάσουν στον στόχο τους. Το σημαντικό είναι να κρινόμαστε και να προχωράμε όλοι σύμφωνα με την αξία μας. Οι γυναίκες έχουν την πρόσθετη δυσκολία ότι πρέπει να συνδυάσουν επαγγελματική και οικογενειακή ζωή. Αν και οι άνδρες σήμερα έχουν προχωρήσει αρκετά στην ανάληψη ευθυνών στο οικογενειακό επίπεδο, η πλήρης ισοτιμία δεν έχει επιτευχθεί. Επιπλέον, υπάρχει πάντα η σχέση μάνας-παιδιού που δεν υποκαθίσταται. Και μπορεί η μεταχείριση σε επίπεδο νομικό να είναι επαρκής, αλλά στην πράξη οι δυσκολίες είναι πολλές. Κάθε οικογένεια, κάθε ζευγάρι, κάθε γυναίκα είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Βεβαίως πλέον και οι άνδρες δικαιούνται γονική άδεια, οι παραδοσιακοί ρόλοι αμφισβητούνται και στην οικογένεια επικρατεί καλύτερη ισορροπία. Ωστόσο, οι ανισότητες δεν ανατρέπονται από τη μία μέρα στην άλλη. Επιβιώνουν νοοτροπίες με μεγάλη διάρκεια και ανθεκτικότητα στον χρόνο, που επιβαρύνουν τις γυναίκες. Νιώθω μια χαρά ως γυναίκα, αλλά δεν παύω να διεκδικώ την ισότιμη κοινωνική, εργασιακή και ηθική μεταχείριση του φύλου μου.
Όπως έλεγε και η μοναδική Ruth Bader Ginsburg: “το μέλλον κατακτιέται με μικρά βήματα, αλλά ο καιρός είναι με την αλλαγή”.
Εύχομαι σε όλες σας καλή εξέλιξη και καλή τύχη στη ζωή σας».
