Άρθρο στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ για τον Διονύση Σαββόπουλο

Η γενιά μου, «εμείς του ΄60 οι εκδρομείς», ζήσαμε κυριολεκτικά με τις μουσικές και τα τραγούδια του Διονύση. Στα ευαίσθητα χρόνια του γυμνασίου, μέσα στον ζόφο της δικτατορίας, το Φορτηγό, το Περιβόλι του Τρελού, ο Μπάλλος και το Βρώμικο Ψωμί άνοιξαν ένα παράθυρο στο γαλάζιο του ουρανού και της ελευθερίας και μας γέμισαν δύναμη κι αισιοδοξία.

Τα χρόνια πέρασαν, η δημοκρατία επέστρεψε στη χώρα μας. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω τον Σεπτέμβριο του 2022, όταν, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρακολούθησα τη συναυλία που έδωσε στον Δήμο Νίκαιας για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Πάντα ευαίσθητος με την προσφυγιά, από προσφυγική οικογένεια ο ίδιος, παρουσίασε ένα εξαίσιο πρόγραμμα, όπως πολύ καλά ήξερε να κάνει, με τραγούδια και λαϊκούς χορούς, όλα διανθισμένα με τις μοναδικές παρλάτες του. Το κοινό συγκινημένο, σιγοτραγουδούσε μαζί του. Με χαιρέτησε με τη φράση «αυτή η ήρεμη δύναμη που είναι η Πρόεδρος της Δημοκρατίας», και από τη στιγμή εκείνη άρχισε μια όμορφη φιλία.

Μας ένωναν η κοινή γενέθλια πόλη, η αγάπη για τη μουσική και το θέατρο. Αναπολώ τις υπέροχες συζητήσεις μαζί του, καθώς και με τους λίγους και εκλεκτούς φίλους του, την παιδική του περιέργεια και την αγάπη να ακούει και να μαθαίνει, το γέλιο του και τα πάντα εύστοχα σχόλιά του, τις τόσο ζωντανές περιγραφές του, την αισιοδοξία του για ένα καλύτερο μέλλον.

Τα τελευταία χρόνια γέμισαν με συναυλίες του: στο Μέγαρο Μουσικής, στο Ηρώδειο για τη Μεταπολίτευση, και δύο στο Rockwave Festival, στη Μαλακάσα και στην Κατερίνη. Θυμάμαι τη Μαλακάσα, το κοινό γεμάτο από νέους και νέες που τραγουδούσαν μαζί του, ξέροντας απ’ έξω τους στίχους των τραγουδιών του. Κι αυτός χαιρόταν πολύ τη συμμετοχή τους, ενώ ταυτόχρονα αναγνώριζε και εκτιμούσε τους ομολόγους του. Μου μιλούσε με θερμά λόγια για τον Σταύρο Ξαρχάκο, όταν καθόμασταν δίπλα-δίπλα στη συναυλία για το Ρεμπέτικο: «Είναι σπουδαίος μουσικός ο Σταύρος», μου είπε.

Ήταν σαν να ένιωθε ότι μας αποχαιρετά και ήθελε να προλάβει να το κάνει με τον τρόπο του, δημιουργικά. Έτσι, εκτός από τις συναυλίες, βρήκε τον χρόνο να γράψει ο ίδιος το βιβλίο «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα», όπου, μακριά από κάθε αγιογραφία εκθέτει με αγαπητικό τρόπο όλη την πορεία του, τις καλές και κακές στιγμές, του, τα πρόσωπα που διαδραμάτισαν ρόλο στη ζωή του, τα λάθη που έκανε και τους ανθρώπους που πίκρανε, από τους οποίους ζητά συγγνώμη.

Η Άσπα, που όταν ερωτεύτηκαν «τα βράδια φωσφόριζε από την ομορφιά της», ήταν πάντα δίπλα του, γλυκιά κι αποφασιστική. Ένιωθες να τον αγκαλιάζει ολόκληρο μόνο με τη σκέψη και τη φροντίδα της, η ήρεμη δύναμη που τον στήριζε και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του. «Πόσο ωραίο είναι να μεγαλώνεις τόσο όμορφα με τον ίδιον άνθρωπο», συνήθιζε να μας λέει. Τους έζησα τα τελευταία χρόνια, τα πιο ήρεμα, αυτά με τις γλυκές ματιές στήριξης και τις τόσο εύγλωττες σιωπές, τις σπάνιες αυτές στιγμές που δύο άνθρωποι είναι σαν να γίνονται ένας. Είχε πια νικήσει τον εσωτερικό του εχθρό, τον θυμό, όπως ο ίδιος είχε πει, και ήταν γεμάτος κατανόηση και συμπόνοια, για τον εαυτό του και για τον κόσμο.

«Να ‘μαστε καλά να ανταμώνουμε», έλεγες πάντα. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα τα καταφέρουμε. Αχ, βρε Διονύση …