
Βασική εγγύηση για την ομαλή λειτουργία της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι το κράτος δικαίου, με την ανεξάρτητη δικαιοσύνη στον πυρήνα του. Στον δημόσιο διάλογο για τη συνταγματική αναθεώρηση πρωταγωνιστεί το θέμα της ανάδειξης της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος που προβλέπει επιλογή από το Υπουργικό Συμβούλιο θεωρείται ότι πρέπει να αναθεωρηθεί, αφού με την τωρινή μορφή της επιτρέπει τον εναγκαλισμό της δικαστικής με την εκτελεστική εξουσία, υπονομεύοντας την ανεξαρτησία της. Είναι όμως έτσι;
Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη, που ισχύει ήδη από το 1911, αποτελεί τη μοναδική σύνδεση της δικαστικής εξουσίας με την εκτελεστική, συνιστώντας εφαρμογή της διασταύρωσης των εξουσιών και επιβεβαίωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, που αποτελεί το θεμέλιο του πολιτεύματος.
Οι Έλληνες δικαστές απολαμβάνουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία με πλήθος εγγυήσεων κατοχυρωμένων από το Σύνταγμα. Όλη η σταδιοδρομία τους εξαρτάται από την κρίση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, που απαρτίζεται αποκλειστικά από συναδέλφους τους, και μόνον η επιλογή σε θέσεις ηγεσίας επιφυλάσσεται στην εκτελεστική εξουσία. Παρά ταύτα, στους πολίτες έχει διαμορφωθεί η πεποίθηση, που καταγράφεται και σε διεθνείς εκθέσεις, ότι υπάρχουν παρεμβάσεις εκ μέρους της κυβέρνησης και άλλων κέντρων στη δικαιοσύνη.
Οι προβληματισμοί αυτοί οδήγησαν το 2010 στην καθιέρωση σταδίου ακρόασης των υποψηφίων από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Στη συνέχεια, το 2024, προβλέφθηκε η συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στη διαδικασία, με τη διατύπωση γνώμης της Ολομέλειας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου. Η ρύθμιση χαιρετίστηκε ως ιδιαιτέρως θετική από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διατυπώθηκε όμως έντονη κριτική από την αντιπολίτευση κατά την εφαρμογή της σε όσες περιπτώσεις η Κυβέρνηση κατά την τελική της κρίση δεν ακολούθησε τη σχετική γνώμη των Ολομελειών.
Στην πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, που κατέθεσε η Κοινοβουλευτική Ομάδα του κυβερνώντος κόμματος, προβλέπεται ότι η επιλογή των προακτέων θα γίνεται από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, μεταξύ των αρχαιότερων δικαστών, χωρίς κυβερνητική παρέμβαση, από κατάλογο τριών δικαστών για κάθε θέση που θα προτείνουν οι οικείες Ολομέλειες. Ανεξάρτητα από την τελική τύχη της πρότασης αυτής, είναι χρήσιμο να γίνουν ορισμένες επισημάνσεις.
Η μεταφορά της τελικής αρμοδιότητας σε άλλο όργανο, πέραν του Υπουργικού Συμβουλίου, που αποτελεί τον συνεκτικό ιστό μεταξύ της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας και εκδήλωση της λαϊκής κυριαρχίας, αποκόπτει τη συνταγματική ρύθμιση από τη συνταγματική παράδοση της χώρας μας.
Εξάλλου, η ήδη προβλεπόμενη ανάμιξη της Βουλής, έστω με τη διατύπωση γνώμης, δεν έχει καταγράψει θετικά αποτελέσματα. Το ίδιο και η επιλογή μελών των ανεξάρτητων αρχών, που πολλές φορές καταλήγει σε αδιέξοδο, με αποτέλεσμα να παρατείνεται η θητεία των ήδη υπηρετούντων, κατά προφανή παραβίαση του Συντάγματος που προβλέπει την τακτική ανανέωσή τους.
Αν, επομένως, η επιλογή των υποψηφίων ανατεθεί στη Βουλή ή σε οποιοδήποτε όργανό της, πέραν του κινδύνου οι θέσεις να παραμένουν κενές όσο δεν επιτυγχάνονται οι απαραίτητες πλειοψηφίες, οι δικαστές, υποψήφιοι και μη, θα εκτίθενται σε διαρκή αλληλεπίδραση με τις πολιτικές παρατάξεις που εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο, δημιουργώντας εξάρτηση από αυτές.
Οι απόψεις υπέρ της εμπλοκής τρίτων προσώπων (πανεπιστημιακών, αυτοδιοικητικών κτλ) σε διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα είναι ακόμη πιο ατυχείς, διότι μεταθέτουν την ευθύνη εκλογής σε πολιτικά ανεύθυνο όργανο, με πολλαπλάσιο κίνδυνο εξαρτήσεων.
Η ανάθεση, τέλος, της τελικής αρμοδιότητας στους ίδιους τους δικαστές είναι προφανώς προβληματική από συνταγματική σκοπιά, διότι το Σύνταγμα δεν θέλει αυτόνομη τη δικαστική εξουσία, ούτε ανέχεται ανεπίτρεπτα στεγανά σε ένα βασικό μέρος της κρατικής εξουσίας.
Η ισχύουσα συνταγματική διάταξη εφαρμόστηκε από όλες τις κυβερνήσεις κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε όχι. Για τις ατυχείς όμως περιπτώσεις δεν έφταιγε τόσο η ίδια η ρύθμιση όσο οι επιλογές ακατάλληλων προσώπων.
Στόχος πρέπει να είναι η ανάδειξη των αρίστων και άξιων και όχι των αρεστών δικαστών. Και όσες φορές αυτό δεν συμβαίνει, η ευθύνη πρέπει να αναζητείται όχι πρωτίστως στο Σύνταγμα, αλλά στην εφαρμογή του. Όπως έγραψε ο αξέχαστος Σταύρος Τσακυράκης, «Δεν είναι δυνατόν να συζητάμε ζητήματα αρχών και συγκρότησης θεσμών παίρνοντας ως σταθερό δεδομένο την άθλια πρακτική μας. Δεν υπάρχουν θεσμοί που μπορούν να λειτουργήσουν με κακόβουλους ανθρώπους». Αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα δεν μπορεί, δυστυχώς, να αντιμετωπίσει καμία συνταγματική αναθεώρηση. Μπορεί όμως να την περιορίσει, όπως σωστά έγινε το 2024, με την πρόβλεψη γνώμης και από τους ίδιους τους δικαστές στη διαδικασία επιλογής των προεδρείων τους.
Μία λύση θα ήταν να μην αλλάξει ριζικά αλλά να βελτιωθεί το ισχύον σύστημα, με την υπόδειξη από τις οικείες ολομέλειες περιορισμένου αριθμού υποψηφίων (π.χ. τριών) για κάθε θέση και την υποχρέωση της Κυβέρνησης να επιλέξει έναν από αυτούς. Με τον τρόπο αυτό η γνώμη του δικαστικού σώματος για την ηγεσία του θα αποκτούσε πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα, η τελική όμως κρίση θα παρέμενε στην εκτελεστική εξουσία.
Η αντιμετώπιση ενός υπαρκτού συνταγματικού προβλήματος πρέπει πάντα να γίνεται με προσοχή και περίσκεψη, ιδίως όταν πρόκειται να αλλάξουν θεσμοί που λειτουργούν αδιατάρακτα πάνω από εκατό χρόνια.Το ζητούμενο είναι οι νέες ρυθμίσεις να βελτιώνουν τις προηγούμενες και όχι να δημιουργούν περισσότερα προβλήματα.
Η θεραπεία των περιπτώσεων αθέμιτης συναλλαγής μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας δεν πρέπει να οδηγήσει σε ακόμη χειρότερο αποτέλεσμα, με την εμπλοκή και άλλων κέντρων εξουσίας, ώστε «το φάρμακο να σκοτώσει τον ασθενή». Γιατί τότε το διακύβευμα δεν θα είναι απλά μια ακόμη περίπτωση κακής νομοθέτησης, αλλά ένα καίριο πλήγμα στην ποιότητα της δημοκρατίας μας και του κράτους δικαίου.
