Στην παρουσίαση του βιβλίου του Τάσου Γιαννίτση «ΕΛΛΑΔΑ 1953-2024 Χρόνος και Πολιτική Οικονομία»

Η τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου συμμετείχε στην συζήτηση για την παρουσίαση του βιβλίου του Τάσου Γιαννίτση «ΕΛΛΑΔΑ 1953-2024 Χρόνος και Πολιτική Οικονομία», η οποία διοργανώθηκε από τις εκδόσεις Πατάκη, στο Μέγαρο Μουσικής.

Στη συζήτηση, την οποία συντόνισε ο Κώστας Κωστής, ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ, διευθυντής Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, πήραν μέρος ο Σταύρος Θωμαδάκης, ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ, και ο Πάνος Τσακλόγλου, καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ακολουθεί η παρέμβαση της κυρίας Σακελλαροπούλου:

Πριν συναντήσω τον Τάσο Γιαννίτση τον γνώριζα κυρίως ως τον εκφραστή της χαμένης ευκαιρίας του ασφαλιστικού, με το οποίο έχει αναπόσπαστα συνδεθεί. Τον σκεφτόμουν συχνά στο Δικαστήριο, με αφορμή υποθέσεις που απασχόλησαν την Ολομέλεια σχετικά με τα ζητήματα της βιωσιμότητας του συστήματος και της διαγενεακής αλληλεγγύης. Στη συνέχεια συναντηθήκαμε μερικές φορές, και σήμερα χαίρομαι που είμαστε αληθινοί φίλοι. Τον εκτιμώ ιδιαίτερα για το θάρρος του να λέει δυσάρεστες αλήθειες και για το χιούμορ του. Έτσι δέχθηκα την ευγενική πρόταση του ίδιου και της Άννας Πατάκη να πάρω μέρος στην παρουσίαση του καινούργιου του βιβλίου, όχι χωρίς κάποιους δισταγμούς, οφείλω να ομολογήσω, γιατί τα οικονομικά δεν είναι το πεδίο μου κι οι παντογνώστες στη χώρα μας αφθονούν. Διαβάζοντάς το όμως, οι δισταγμοί μου υποχώρησαν. Κι αυτό γιατί το βιβλίο έχει πολιτική ματιά και κοινωνική προσέγγιση, πέρα από το καθαρά οικονομικό κομμάτι.

Στις σελίδες του βρήκα πολλά και ενδιαφέροντα, ιδίως για θέματα που με συγκινούν, όπως η κοινωνία, το περιβάλλον, η κλιματική κρίση. Είχα στιγμές που χαμογέλασα, αναγνωρίζοντας δικές μου σκέψεις, και στιγμές που σχεδόν βούρκωσα, αφού με κατέκλυζε το αίσθημα της ματαίωσης: γιατί, τόσες και τόσες φορές, κλείνουμε τα μάτια μας όταν η πραγματικότητα δεν μας αρέσει; Γιατί συνηθίζουμε να χώνουμε το κεφάλι μας στην άμμο, περιμένοντας η κατάσταση να διορθωθεί από μόνη της; Πότε επιτέλους θα αλλάξουμε;

Υπάρχει κάτι ποιητικό στον χαρακτήρα του Τάσου Γιαννίτση και στον τρόπο που αντιμετωπίζει την εξέλιξη της χώρας από το 1953 ως σήμερα, την πρόοδο και τις χαμένες ευκαιρίες. Μια νηφάλια απόγνωση, μια αίσθηση ματαιότητας, αλλά και μια άσβεστη ελπίδα που τον κρατάει δημιουργικό.

Περιγράφει την αναδιαμόρφωση του μοντέλου της ελληνικής οικονομίας, τον αναπτυξιακό μετασχηματισμό της χώρας και διαπιστώνει τα θετικά βήματα που έγιναν, ξεκινώντας από τη διαδικασία εκβιομηχάνισης, που μας επέτρεψε να ξεφύγουμε από τη φτώχεια και τη στέρηση μετά από τις ανείπωτες καταστροφές που επέφεραν η κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος. Παράλληλα εντοπίζει τις ολιγωρίες, τις καθυστερήσεις. Την άρνηση να ακολουθήσουμε μια ρεαλιστική γραμμή χωρίς ψευδαισθήσεις για το αύριο, άρνηση που οδηγεί σε μια πραγματικότητα που σταθερά διαψεύδει τις προσδοκίες μας για το μέλλον. Και τη δυσάρεστη αλήθεια: Αν και η καρδιά της κρίσης του 2009 είναι οικονομική, η αφετηρία της είναι αξιακή, γνωστική και πολιτισμική, και οι χειρισμοί της πολιτικοί. Ή, όπως το διατύπωσε ο Αντώνης Μανιτάκης, η κρίση που αποκαλούμε οικονομική είναι, πάνω απ’ όλα, κρίση του τρόπου ζωής μας.

Διαβάζοντας το βιβλίο μου ερχόταν συχνά στο μυαλό ο Κώστας Κωστής με «τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας» και με τη διαχρονική τους δυστυχώς παρουσία.

Τα γνωστά προβλήματα που εμποδίζουν την ανάπτυξη, η παραοικονομία και η φοροδιαφυγή, η διαφθορά, η πολιτική αναποτελεσματικότητα. Η προβληματική λειτουργία του κράτους δικαίου και της δικαιοσύνης. Και, πάνω απ’ όλα, η κοινωνική κουλτούρα αντίδρασης σε αλλαγές.

Στο σημείο αυτό, θέλω να σταθώ λίγο περισσότερο: Η δικαιοσύνη είναι το ζητούμενο της κοινωνικής οργάνωσης, η κατ’ εξοχήν πολιτική έννοια, σύμφωνα με τον αείμνηστο Σταύρο Τσακυράκη. Η ιδέα που μας απαντά ποια δικαιώματα και ποιες υποχρεώσεις έχουμε, ως κοινωνικά όντα, απέναντι στους άλλους. Το εργαλείο για να βρούμε την απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι ο ορθός λόγος. Γι’ αυτό και η έννομη τάξη, εφόσον βέβαια έχει δημοκρατική νομιμοποίηση, αποτελεί αξία καθ’ εαυτήν. Η απόδοση ευθυνών, κυρίαρχο ζήτημα στη δημοκρατία, έχει νόημα μόνο με διαδικασίες δικαιοσύνης· κάθε άλλη μέθοδος προσβάλλει το κράτος δικαίου και συμβάλλει στην υποβάθμιση του πολιτισμού μας. Η δικαιοσύνη απονέμεται στα δικαστήρια, και μόνον εκεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και στο πλαίσιο των σχετικών δικονομικών κανόνων. Και βέβαια η δικαστική εξουσία φέρει το βάρος να εκπληρώνει το καθήκον της με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, μακριά από πιέσεις και κάθε είδους επηρεασμούς, από όπου και αν προέρχονται και όση ισχύ και αν έχουν. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αποτελεί επικίνδυνο λαϊκισμό να υποστηρίζεται ότι οι δυσλειτουργίες της δικαιοσύνης, οι οποίες πρέπει να επισημαίνονται και να θεραπεύονται, σημαίνουν και ανυπαρξία του κράτους δικαίου.

Ένα άλλο σημείο που εντοπίζει ο συγγραφέας πίσω από τα ρήγματα στην εξέλιξη της χώρας είναι η κοινωνική κουλτούρα αντίδρασης σε αλλαγές. Ασφαλώς και έγιναν μεταρρυθμίσεις στη μακρά αυτή περίοδο, ειδικά από το 1974 και μετά. Υπάρχει όμως μια κεντρική αδυναμία που εμφανίζεται από τις απαρχές ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους και φθάνει ως τις μέρες μας, η διχόνοια. Ας θυμηθούμε μόνο την αντιπαράθεση προκρίτων και οπλαρχηγών και τους εμφυλίους πολέμους κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, τον εθνικό διχασμό του 1915, τον εμφύλιο πόλεμο μετά τη γερμανική κατοχή. Οι μορφές αντιπαλότητας στο εσωτερικό της κοινωνίας αναβιώνουν διαχρονικά, με κάθε ευκαιρία, και κρατούν τον τόπο στάσιμο, αφού χωρίς συναίνεση και συνεργασία, σε έναν βαθμό, μια χώρα όχι μόνο να προχωρήσει δεν μπορεί, αλλά ούτε καν να κυβερνηθεί.

Κρίσεις αντιμετώπισαν πολλές χώρες. Όμως η Ελλάδα ήταν η χώρα που, πέρα από την αστάθεια, έφτασε σε κατάρρευση. Περάσαμε τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, για να μνημονεύσω πάλι τον Αντώνη Μανιτάκη, με έναν «φαύλο και αέναο κύκλο κρίσης και κανονικότητας».

Στην χώρα έχει καλλιεργηθεί, από δεκαετίες, ένα πνεύμα εξωραϊσμού της πραγματικότητας. Η Μεταπολίτευση υπήρξε σημείο αιχμής για την εξέλιξή μας, δεν λειτούργησε όμως και ως σημείο ειλικρινούς στοχασμού και κριτικής θεώρησης· σαν η ανάγκη αυτογνωσίας να μη μας απασχολεί έντονα, εμάς τους Έλληνες.

Ακολουθήσαμε, διαχρονικά, τον δρόμο της εύκολης ανάπτυξης, χωρίς τις απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές που θα εξασφάλιζαν το μέλλον μας. Στην περίοδο της δικτατορίας προωθήθηκαν επενδύσεις με κάθε κόστος, για λόγους πολιτικής νομιμοποίησης. Η οικονομική πολιτική άρχισε σταδιακά να δίνει έμφαση στις κατασκευές και τον τουρισμό. Ως βασικός μοχλός ανάπτυξης χρησιμοποιήθηκε η αντιπαροχή, η αντίληψη ότι «όπου γης οικόπεδο». Αυτό υπήρξε πηγή κακοδαιμονίας, αφού οι τοπικές κοινωνίες αντιμετώπισαν την οικοδομή ως κυρίαρχο τρόπο πλουτισμού και η κεντρική εξουσία ακολούθησε, για πελατειακούς και ψηφοθηρικούς λόγους. Το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε πρωτοποριακό σε πολλά ζητήματα, με ιδιαίτερα σημαντικό το άρθρο 24 για την προστασία του περιβάλλοντος. Ερμηνεύοντάς το, το Συμβούλιο της Επικρατείας, ήδη από τη δεκαετία του ’80, αφού τόνισε τη σημασία του κοινωνικού χαρακτήρα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, διατύπωσε την απαίτηση για σχεδιασμό και για την προστασία των εκτός σχεδίου περιοχών και έθεσε κανόνες για τα τυφλά οικόπεδα, τα όρια οικισμών, τη φέρουσα ικανότητα των νησιών. Πενήντα χρόνια μετά, ο σχεδιασμός καθυστερεί και ενδιαμέσως εφαρμόζεται νομοθεσία που τον υπονομεύει, οι Κυκλάδες και τα μικρά ιδίως νησιά δέχονται έντονη πίεση και αντιμετωπίζουν υπερδόμηση και προβλήματα από τον υπερβολικό τουρισμό, και, το χειρότερο, δημιουργούνται γενιές αυθαιρέτων σε όλη τη χώρα που κάθε τόσο νομιμοποιούνται με διατάξεις, πολλές από τις οποίες έχουν κριθεί ως αντισυνταγματικές. Τα φαινόμενα αυτά, εκτός από τις ανεπίστρεπτες επιπτώσεις που έχουν για το περιβάλλον, δημιουργούν εθισμό στην παρανομία, με τη βεβαιότητα της εκ των υστέρων άρσης της, και μεγάλο αίσθημα αδικίας στους νομοταγείς πολίτες, υποσκάποντας την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στο κράτος δικαίου, κάτι που μόνο ολέθριες συνέπειες μπορεί να έχει στο μέλλον.

Η διαχρονική αυτή ανοχή της παρανομίας, που δεν εντοπίζεται μόνο στη δόμηση αλλά και σε πολλούς άλλους τομείς, όπως η φορολογία, το ασφαλιστικό σύστημα, οι κάθε είδους κυρώσεις, την μετατρέπει σε κοινωνικό πρόβλημα, που όσο η κατάσταση αυτή συνεχίζεται τόσο πιο δύσκολα μπορεί να αντιμετωπισθεί, αφού πλέον τείνει να θεωρείται κεκτημένο δικαίωμα.

Στη Μεταπολίτευση υπήρξαν φυσικά θετικές μεταρρυθμίσεις πολύ μεγάλης σημασίας, όπως η επίλυση του πολιτειακού, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, οι άψογες εκλογικές διαδικασίες, η είσοδος της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη, η αναγνώριση της εθνικής αντίστασης, η διαγραφή του θρησκεύματος από τις ταυτότητες, η αλλαγή του οικογενειακού δικαίου, και πολλές άλλες στο πεδίο των δικαιωμάτων. Είμαστε λοιπόν τελικά μια χώρα παραδόξως νεωτερική, κατά την πετυχημένη διατύπωση του Γιάννη Βούλγαρη. Παρόλα αυτά, όταν κανείς διαβάζει, σελίδα με σελίδα, τα σημεία στα οποία αποτύχαμε, δεν μπορεί παρά να νιώθει πίκρα και απογοήτευση.

Πού εντοπίζει ο Τάσος Γιαννίτσης τη ρίζα του κακού; Ειδικά για την περίοδο της Μεταπολίτευσης, στη συλλογική κουλτούρα που ανέχεται την υπονόμευση του συλλογικού συμφέροντος και του δημόσιου χώρου, από τα απλά και τα μικρά, όπως η κατάληψη κάθε σπιθαμής ελεύθερου χώρου από κτίσματα, αυτοκίνητα, εμπορεύματα, τραπεζοκαθίσματα, μέχρι τα σπουδαία. Δεν σεβόμαστε ό,τι μας περιβάλλει, δεν το προστατεύουμε, αντίθετα το απαξιώνουμε.

Στο βιβλίο γίνεται εκτενής αναφορά και στην κουλτούρα της βίας, που αποτελεί την κεντρική ιδέα της αντιπαλότητας και της διχόνοιας που μας κατατρέχει, σύμφωνα με την οποία όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας. Και που εκδηλώνεται με κλιμακούμενη ένταση, ανάλογα με την προέλευσή της.

Η κρίση του 2009 υπήρξε αποτέλεσμα λανθασμένων επιλογών, συμπεριφορών και εκτιμήσεων, στις οποίες συμμετείχαν σημαντικά τμήματα της οργανωμένης κοινωνίας και των πολιτών, με αποτέλεσμα την απώλεια της εμπιστοσύνης ως προς την ικανότητα της ελληνικής πολιτικής και των ελίτ να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα του παρόντος και του μέλλοντος της χώρας. Και ανέδειξε, με τον πιο δραματικό τρόπο, όλες τις παθογένειες της δημοκρατίας μας. Θα επικαλεσθώ και πάλι τον Σταύρο Τσακυράκη, ο οποίος υποστήριζε πως η βία είναι ασυμβίβαστη με την έννοια της κοινωνικής οργάνωσης. Οι θεωρητικοί θιασώτες της αρνούνται τα δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά της δημοκρατίας: την ίση συμμετοχή του καθενός και την αρχή της πλειοψηφίας. Κάθε μορφή βίας αποτελεί βαριά προσβολή τόσο της ανθρώπινης ύπαρξης, όσο και της δημοκρατίας. Η ιδιαιτερότητα της χώρας μας, που εμφανίστηκε έντονα στην περίοδο αυτή, αφορά την ουσιαστική αποδοχή της φιλοσοφίας της δημοκρατίας από την κοινωνία και εντοπίζεται στην αμφισβήτηση του δικαιώματος της πλειοψηφίας να κυβερνά και στην εξασθένιση του σεβασμού των δικαιωμάτων των άλλων. Η αμφισβήτηση της αρχής της πλειοψηφίας φαίνεται από την ύπαρξη γενικευμένης ανομίας, στάση που εμφανίζεται ως πολιτική ανυπακοή. Η αντίληψη ότι οι νόμοι που δεν αρέσουν δεν εφαρμόζονται, η επικράτηση της συντεχνιακής λογικής και η διάλυση κάθε έννοιας γενικού συμφέροντος αποτελούν αμφισβήτηση της ίδιας της δημοκρατίας.

Στις μέρες μας, οι αντιπαραθέσεις έχουν ιδιαίτερα οξυνθεί, κάτι στο οποίο συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ακόμη και ο επιστημονικός διάλογος διεξάγεται πολλές φορές με όρους facebook. Η κριτική των δημοκρατικών θεσμών είναι επιθυμητή και ελεύθερη, και κανείς δεν πρέπει να εξαιρείται. Είναι όμως τουλάχιστον παράδοξο και ανησυχητικό, για να αναφέρω ένα παράδειγμα, να αποδοκιμάζονται δημόσια δικαστικές αποφάσεις πριν καν δημοσιευθούν, με βάση μόνο το διατακτικό τους. Με τον τρόπο αυτόν η ελευθερία της έκφρασης, κορυφαίο συνταγματικό δικαίωμα της δημοκρατίας, χάνει τη σημασία της και εξαντλείται σε ανούσια ανταλλαγή επικρίσεων και λοιδωριών.

Η ενημέρωση, στοιχείο κρίσιμο στη δημοκρατία, πλήττεται στον πυρήνα της και από τα κάθε λογής τρολ και αδιευκρίνιστης προέλευσης κέντρα που πλημμυρίζουν το διαδίκτυο με fake news για τους δικούς τους, ανομολόγητους σκοπούς. Δημιουργείται έτσι μια διαβρωτική για το πολίτευμα τοξικότητα, η οποία αυξάνεται όλο και περισσότερο λόγω των ασύλληπτων δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης και της δυσκολίας ελέγχου της.

Κατά τον συγγραφέα, για να αντιμετωπισθούν τα φαινόμενα αυτά, καθώς και οι καινούργιες προκλήσεις που έχουν παρουσιασθεί, όπως ιδίως το δημογραφικό, πρέπει να αλλάξει το υπόδειγμα διακυβέρνησης της Μεταπολίτευσης, να μεταβληθούν οι όροι, με τους οποίους ασκείται η πολιτική και λειτουργεί η κοινωνία. Να ενισχυθεί η αντικειμενική ενημέρωση και ο επιστημονικός διάλογος, να βελτιωθεί η παιδεία, να μειωθεί η τοξικότητα. Να εγκαταλειφθούν πολιτικές πρακτικές που στόχευαν στο να αποφύγουν το πολιτικό κόστος, να υπάρξει εντιμότητα στη διακυβέρνηση. Η κοινωνία να ευαισθητοποιείται στα προβλήματα, αντί να εφησυχάζει. Τα πολιτικά κόμματα να θεσπίσουν μορφές συνεννόησης, να υπάρχει συνέχεια στη διακυβέρνηση και να αναδειχθεί η έννοια της ευθύνης.

Συζητάμε για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ενώ θα έπρεπε να εστιάσουμε στην αναθεώρηση των νοοτροπιών, αφού αυτές είναι κυρίως που αντιστέκονται.

Κλείνοντας, εύχομαι το βιβλίο να είναι καλοτάξιδο. Μαζί και η χώρα μας, ελπίδα που εκφράζει και ο Τάσος Γιαννίτσης. Στον οποίον εύχομαι να είναι πάντα καλά και να συνεχίσει να μας χαρίζει γόνιμους προβληματισμούς.